Ενημέρωση
Νέα
Εκθέσεις
Δελτία Τύπου
Εκδηλώσεις
Περί Φωτός...
Συνεντεύξεις
Εταιρίες
Εκπαίδευση
Έργα Εταιριών
Ανεξάρτητοι Σχεδιαστές
Εργασίες
Άρθρα
Ιδέες & Λύσεις
Τεχνολογίες
Τεχνο - γνωσία
Περιήγηση
Προϊόντα
Επαγγελματικός
Εσωτερικών Χώρων
Εξωτερικών χώρων
LED
Διακοσμητικά
International Posts
Events
News
 
Διαφημιστικά Banner
Naxos island Greece
 
 
Άρθρα / Τεχνο - γνωσία
 
Υπάρχει λόγος να αντικαταστήσουμε τους λαμπτήρες πυρακτώσεως;  
Δημοσίευση: 09 Ιουνίου 2008
 

Από τους Φραγκίσκο Β. Τοπαλή και Ιωάννη Φ. Γκόνο.

1. Σύντομη επισκόπηση στο χώρο των συμπαγών λαμπτήρων φθορισμού

Οι συμπαγείς λαμπτήρες φθορισμού (compact fluorescent lamps) εμφανίστηκαν πριν από 20 περίπου χρόνια με στόχο την αντικατάσταση των λαμπτήρων πυρακτώσεως (νήματος βολφραμίου). Πρόκειται για ένα πολλά υποσχόμενο τύπο λαμπτήρων που διαρκούν πολύ περισσότερο και καταναλώνουν ενέργεια σημαντικά λιγότερη από αντίστοιχους λαμπτήρες βολφραμίου της ίδιας φωτεινής απόδοσης. Σήμερα διατίθενται στην αγορά σε δύο τύπους κυρίως: αυτούς με ενσωματωμένη ηλεκτρονική έναυση και αυτούς που απαιτούν εξωτερικό ballast, μαγνητικό ή ηλεκτρονικό.

Ο πρώτος τύπος σχεδιάστηκε για κατευθείαν αντικατάσταση των λαμπτήρων πυρακτώσεως. Διατίθεται με τον κοινό βιδωτό κάλυκα Ε27 ή τον μπαγιονέτ Β22 αλλά και με μικρότερους (Ε14). Οι σωλήνες εκκένωσης του λαμπτήρα είναι είτε ακάλυπτοι ή κλεισμένοι σε γυάλινο περίβλημα με μορφή ανάλογη των λαμπτήρων βολφραμίου. Το κύκλωμα έναυσης είναι ηλεκτρονικό και ενσωματώνεται στη βάση. Γι’ αυτό το λόγο οι λαμπτήρες του τύπου αυτού ονομάζονται συνήθως ηλεκτρονικοί. Αρκετά διαδεδομένος επίσης είναι ο χαρακτηρισμός τους ως λαμπτήρων εξοικονόμησης ενέργειας (energy savers).

Ο δεύτερος τύπος προορίζεται σχεδόν αποκλειστικά για χρήση σε φωτιστικά σώματα (συνήθως downlights ή επιτραπέζια φωτιστικά) λόγω της ιδιαιτερότητας του κάλυκα και της απαραίτητης σύνδεσης με εξωτερικό ballast. Διατίθεται σε αρκετούς τύπους με κύρια διαφοροποίηση στον τύπο του ballast που απαιτείται. Συνήθως οι λαμπτήρες με κάλυκα 2 ακίδων λειτουργούν μόνο με μαγνητικό ballast και ενσωματώνουν στη βάση τους τον εκκινητή (starter). Δυνατότητα αυξομείωσης (dimming) της φωτεινότητας δεν υφίσταται με συνέπεια να είναι αποτρεπτική η αξιοποίησή τους από συστήματα διαχείρισης (BMS) "ευφυών" κτιρίων για εξοικονόμηση ενέργειας στο φωτισμό. Οι λαμπτήρες με 4 ακίδες λειτουργούν με εξωτερικό ηλεκτρονικό ballast και κατά συνέπεια δεν περιλαμβάνουν στη βάση τους εκκινητή. Επιδέχονται ηλεκτρονικό έλεγχο της φωτεινότητάς τους και συνεργάζονται με τα συστήματα διαχείρισης κτιρίων.

Η απόδοση των συμπαγών λαμπτήρων φθορισμού που παρέχει τη φωτεινή ροή (σε lumen), την οποία αποδίδει ο λαμπτήρας ανά Watt ηλεκτρικής ισχύος που καταναλώνει, κυμαίνεται στην περιοχή των 55-75 lm/W (δεν περιλαμβάνεται η ισχύς του ballast). Η απόδοση αυτή είναι ελαφρώς χαμηλότερη από την απόδοση των γνωστών ευθύγραμμων λαμπτήρων φθορισμού η οποία μπορεί να πλησιάσει τα 100 lm/W σε εμπορικά διαδεδομένους τύπους. Οι κατασκευαστές ισχυρίζονται ότι ένας λαμπτήρας πυρακτώσεως 75 W αντικαθίσταται από ηλεκτρονικό ισχύος 15 W, ενώ ο ηλεκτρονικός των 20 W φωτίζει το ίδιο με λαμπτήρα πυρακτώσεως 100 W.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι συμπαγείς λαμπτήρες φθορισμού διακρίνονται για την ευαισθησία τους στη θερμοκρασία αλλά και στη θέση λειτουργίας τους. Η τοποθέτησή τους σε φωτιστικά τα οποία δεν απάγουν σωστά τη θερμότητα, που μοιραία αναπτύσσεται στο εσωτερικό τους, θα έχει σαν συνέπεια μια σημαντικά χαμηλότερη απόδοση. Ένα άλλο χαρακτηριστικό τους είναι ότι μειώνεται σημαντικά η απόδοσή τους συν τω χρόνω, χαρακτηριστικό που οι άλλοι λαμπτήρες το εμφανίζουν σε μικρότερο βαθμό.

Οι μικρές διαστάσεις των ηλεκτρονικών λαμπτήρων και η ευκολία εγκατάστασής τους (ιδιαίτερα στον οικιακό τομέα) τους έχει θέσει στην αιχμή διαφόρων εκστρατειών εξοικονόμησης ενέργειας στο φωτισμό από τις εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και από διάφορους οργανισμούς. Αρκετές φορές μάλιστα επιδοτείται το επί του παρόντος αρκετά υψηλό κόστος αγοράς τους. Η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) έχει κατά καιρούς επιδοτήσει την εγκατάστασή τους σε νησιά του Αιγαίου όπου το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι πολύ υψηλό, και ειδικά σε νησιά με ασθενή, αυτόνομα συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (φωτοβολταϊκά κ.λπ.). Οι εκστρατείες αυτές οδήγησαν σε μια διαρκώς αυξανόμενη ζήτησή τους. Για παράδειγμα, μέχρι το 1989 είχαν πωληθεί λίγες εκατοντάδες ηλεκτρονικοί λαμπτήρες στην Ελλάδα, ενώ μόνο το 1998 εγκαταστάθηκαν 100.000 τέτοιοι λαμπτήρες σε μερικά νησιά του Αιγαίου και στη Θράκη, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της ΔΕΗ για το έτος αυτό.

Για να γίνει ευρύτερα αποδεκτός από το ευρύ καταναλωτικό κοινό ο τύπος αυτός του λαμπτήρα θα πρέπει να αποδειχθούν τα πλεονεκτήματά του με αξιόπιστα επιχειρήματα ώστε να υπερνικηθεί η διστακτικότητα που οφείλεται στο υψηλό κόστος αγοράς του. Δυστυχώς μέχρι σήμερα η σχετική επιχειρηματολογία από την πλευρά των εταιρειών δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα. Η δυσπιστία του καταναλωτή είναι εν μέρει δικαιολογημένη, ιδιαίτερα στη χώρα μας η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη αξιοπιστίας. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να πεισθεί ο καταναλωτής ότι για να βοηθήσει τη χώρα του πρέπει ο ίδιος να πληρώσει ένα σημαντικό ποσό. Αυτό που θα τον μεταστρέψει είναι ότι θα έχει πραγματικό, προσωπικό όφελος από την υψηλή απόδοση του λαμπτήρα και από τη μεγάλη διάρκεια ζωής του. Για να συμβεί αυτό όμως είναι απαραίτητο τα τεχνικά πλεονεκτήματα του λαμπτήρα να έχουν πιστοποιηθεί από ανεξάρτητους και αξιόπιστους φορείς, πράγμα που δεν έχει γίνει ολοκληρωμένα μέχρι σήμερα.

Οι υπερβολικές αποδόσεις που προβάλλονται στις συσκευασίες των λαμπτήρων του τύπου αυτού αντιμετωπίζονται καχύποπτα από τους καταναλωτές, αν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψη μια εγγενής αδυναμία τους που γίνεται αντιληπτή και από τον πιο αδαή καταναλωτή. Αυτή συνίσταται στην αισθητή μείωση της φωτεινότητάς τους από τις πρώτες χίλιες ώρες λειτουργίας τους και συνεχίζει μειούμενη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υποβαθμίζεται η ποιότητα φωτισμού του χώρου και να οδηγείται αρκετές φορές ο καταναλωτής στην πρόωρη αντικατάστασή τους με αποτέλεσμα να χάνεται το πλεονέκτημα της μεγάλης διάρκειας ζωής.

2. Εργαστηριακή διερεύνηση

Μια προσπάθεια διερεύνησης των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των συμπαγών λαμπτήρων φθορισμού με ηλεκτρονική έναυση άρχισε τα τελευταία χρόνια στο Εργαστήριο Φωτοτεχνίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Στα πλαίσια αυτά έγινε η προσπάθεια να καταγραφεί η φωτεινή απόδοση διαφόρων τύπων λαμπτήρων καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής τους. Προς τούτο επελέγησαν τρεις τύποι από τις τρεις μεγαλύτερες κατασκευάστριες εταιρείες. Οι επιλεγέντες τύποι με ισχύ 15 W, 20 W και 23 W αντίστοιχα είναι οι πιο διαδεδομένοι. Σύμφωνα με τα εγχειρίδια των εταιρειών η φωτεινή τους ροή είναι 900 lm, 1200 lm και 1500 lm αντίστοιχα. Για την ελαχιστοποίηση του στατιστικού σφάλματος χρησιμοποιήθηκε επαρκής αριθμός λαμπτήρων από τον κάθε τύπο. Σημειώνεται ότι το κόστος του έργου αυτού όπως και της αγοράς των λαμπτήρων καλύφθηκε από ιδίους πόρους του εργαστηρίου χωρίς να ζητηθεί ενίσχυση από τρίτο φορέα.

Η μέτρηση της φωτεινής ροής των λαμπτήρων διεξήχθη μετά τις πρώτες 100 ώρες που απαιτήθηκαν για τη σταθεροποίησή τους και συνεχίσθηκε ανά 1.000 ώρες λειτουργίας μέχρι την οριστική διακοπή της λειτουργίας τους που σημειώθηκε μετά τις 12.000 ώρες. Η λειτουργία διεκόπτετο επί 15′ ανά 3 ώρες, μέσω χρονοδιακόπτη, για την ανάπαυση των λαμπτήρων και για την πιστότερη προσομοίωση των συνθηκών στις οποίες προορίζονται να λειτουργήσουν στις οικίες των καταναλωτών. Ένας σταθεροποιητής διατηρούσε την τάση στα 230 V.

Παράλληλα με τις μετρήσεις της φωτεινής ροής μετρήθηκαν και άλλα χαρακτηριστικά των λαμπτήρων, όπως η ισχύς τους (ενεργός και άεργος), ο συντελεστής ισχύος και η αρμονική παραμόρφωση του ρεύματος. Παρατηρήθηκε μια έντονη αρμονική παραμόρφωση του ρεύματος η οποία υπερβαίνει το 100%. Αυτό δημιουργεί προβλήματα στην ποιότητα ισχύος του ηλεκτρικού δικτύου αλλά και προβλήματα στην ασφάλειά του (υπερθέρμανση καλωδίων, τόξα στις ηλεκτρικές συσκευές κ.λπ.). Εκτός των άλλων προκαλείται αύξηση της άεργης κατανάλωσης με αποτέλεσμα ο συντελεστής ισχύος να υπερβαίνει με δυσκολία την τιμή του 0,60. Ο χαμηλός συντελεστής ισχύος δεν διορθώνεται εύκολα με κύκλωμα αντιστάθμισης το οποίο εξ’ άλλου συμπεριλαμβάνεται στο ενσωματωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα έναυσης. Το μόνο που επιτυγχάνει το ενσωματωμένο κύκλωμα είναι η διόρθωση του συνημιτόνου της θεμελιώδους, δηλαδή η μείωση της διαφοράς φάσης μεταξύ της τάσης και της θεμελιώδους συνιστώσας του ρεύματος. Στην περίπτωση όμως των αρμονικά παραμορφωμένων ρευμάτων ο χαμηλός συντελεστής ισχύος δεν ταυτίζεται με το συνημίτονο. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να καταναλώνουν οι ηλεκτρονικοί λαμπτήρες άεργη ισχύ ενώ το συνημίτονό τους πλησιάζει τη μονάδα.

Τα αποτελέσματα των μετρήσεων της φωτεινής ροής παρουσιάζονται συνοπτικά στο σχήμα. Μεταξύ των δειγμάτων του ιδίου τύπου και της ιδίας εταιρείας εμφανίστηκαν μικρές αποκλίσεις. Σημαντικότερες διαφορές παρουσιάστηκαν μεταξύ των εταιρειών. Οι λαμπτήρες της μίας εταιρείας εμφάνισαν αρχικά τη μεγαλύτερη απόδοση, αλλά συν τω χρόνω η απόδοση αυτή μειώθηκε σημαντικά με συνέπεια τα προϊόντα των δύο άλλων εταιρειών να τα υποσκελίσουν. Ειδικότερα παρατηρήθηκε ότι οι λαμπτήρες της μιας εταιρείας ξεκίνησαν λιγότερο καλά από τις άλλες αλλά στη διάρκεια του χρόνου ήταν περισσότερο σταθεροί. Επειδή το αντικείμενο της έρευνας δεν ήταν η συγκριτική αντιπαράθεση μεταξύ εταιρειών αλλά η εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων για την τεχνολογία των ηλεκτρονικών λαμπτήρων, εξήχθη ο μέσος όρος των μετρήσεων για τον κάθε τύπο λαμπτήρα με αποτέλεσμα η κάθε καμπύλη του σχήματος να αντιπροσωπεύει όλα τα δείγματα της ιδίας ισχύος από τις τρείς εταιρείες.

Παρατηρείται γενικότερα ότι κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας τους όλοι οι ηλεκτρονικοί λαμπτήρες εμφάνισαν μια σημαντική μείωση της φωτεινής τους απόδοσης. Μετά τις πρώτες 1.000 ώρες μειώνεται η απόδοσή τους κατά 7% περίπου ενώ στις 5.000 ώρες της ζωής τους αποδίδουν μόνο 80-85% της αρχικής απόδοσης. Προς το τέλος της ζωής τους η απόδοσή τους φθάνει μόλις στο 68-75% της αρχικής απόδοσης. Οι τιμές αυτές δεν είναι καθόλου ικανοποιητικές αν συγκριθούν με τη μείωση της απόδοσης του λαμπτήρα πυρακτώσεως ο οποίος κατά το τέλος της ζωής του μειώνει την απόδοσή του στο 90% της ονομαστικής. Τίθεται λοιπόν ο καταναλωτής ενώπιον διλήμματος: Να ανεχθεί τη μείωση του φωτισμού υποβαθμίζοντας έτσι την ποιότητα ζωής του ή να αντικαταστήσει τον λαμπτήρα πριν αυτός πεθάνει; Έτσι φυσικά θα χάσει το πλεονέκτημα της μεγάλης διάρκειας ζωής του λαμπτήρα και το οικονομικό του όφελος θα μειωθεί σημαντικά. Πιθανώς δε η εξοικονόμηση ενέργειας που επέτυχε να μην μπορέσει να αντισταθμίσει το υψηλό κόστος αγοράς του ηλεκτρονικού λαμπτήρα και έτσι ο καταναλωτής να επιστρέψει απογοητευμένος στον ενεργοβόρο, αλλά φθηνό ανταγωνιστή με το νήμα βολφραμίου.

Από την αριθμητική ολοκλήρωση των μετρήσεων της φωτεινής ροής στη διάρκεια ζωής τους προέκυψε ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμος με το λαμπτήρα πυρακτώσεως των 75 W ο ηλεκτρονικός των 20 W και όχι των 15 W όπως ισχυρίζονται οι κατασκευαστές τους. Αντίστοιχα θα πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμος του λαμπτήρα πυρακτώσεως των 100 W ο ηλεκτρονικός των 23 W και όχι των 20 W.

3. Η οικονομική θεώρηση

Στην προσπάθεια να διερευνηθούν τα ουσιαστικά οφέλη από την αντικατάσταση των λαμπτήρων πυράκτωσης από τους ηλεκτρονικούς διεξήχθη μια οικονομική ανάλυση σύμφωνα με την οποία συγκρίθηκε το κόστος λειτουργίας μιας εγκατάστασης φωτισμού με λαμπτήρα πυρακτώσεως 100 W και της ίδιας εγκατάστασης με τον ηλεκτρονικό των 23 W, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, παράγει τον ίδιο φωτισμό. Υπολογίσθηκε δηλαδή το κόστος φωτισμού για ένα διάστημα 12.000 ωρών, όση είναι η διάρκεια ζωής του ηλεκτρονικού λαμπτήρα. Στο διάστημα αυτό η πρώτη εγκατάσταση θα απαιτήσει 12 λαμπτήρες πυρακτώσεως διότι η ονομαστική ζωή τους είναι 1.000 ώρες, ενώ η δεύτερη θα απαιτήσει μόνο 1 ηλεκτρονικό. Λαμβανομένου υπ’ όψη ότι ένας λαμπτήρας λειτουργεί περίπου 2.000 ώρες ανά έτος, σε πραγματικές συνθήκες, συμπεραίνεται ότι το διάστημα των 12.000 ωρών λειτουργίας αντιστοιχεί σε 6 έτη.

Το μοντέλο των υπολογισμών ήταν σχετικά απλό αλλά επειδή η παράθεση λεπτομερειών ξεφεύγει από τον σκοπό του άρθρου θα αναφερθεί απλώς ότι χρησιμοποιήθηκε η τιμή των €0,07 ως κόστος kWh (για οικιακούς καταναλωτές) και το ποσοστό του 7% ως επιτόκιο δανεισμού. Τα κόστη αγοράς των λαμπτήρων είναι €12,0 για τον ηλεκτρονικό και €0,6 για τον πυρακτώσεως. Στον υπολογισμό ελήφθη υπ’ όψιν το κόστος αγοράς των λαμπτήρων, το κόστος της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και το τρέχον επιτόκιο του κεφαλαίου για το διάστημα των 6 ετών.

Το κόστος λειτουργίας της εγκατάστασης με λαμπτήρα πυρακτώσεως 100 W υπολογίσθηκε στο ύψος των €109,47 για το διάστημα των 6 ετών ενώ για το ίδιο διάστημα το κόστος της εγκατάστασης με τον ηλεκτρονικό λαμπτήρα των 23 W στο ύψος των €41,00. Επομένως ο λόγος του κόστους της εγκατάστασης με λαμπτήρα πυράκτωσης προς την ίδια εγκατάσταση με ηλεκτρονικό λαμπτήρα είναι 1:2,67 και όχι 1:5. Τούτο σημαίνει ότι η εξοικονόμηση σε χρήμα που επιτυγχάνει ο οικιακός καταναλωτής με τη χρησιμοποίηση του ηλεκτρονικού λαμπτήρα φθάνει στο ύψος του 63% και όχι στο 80% όπως διαδίδεται ευρέως.

Αντίστοιχος υπολογισμός διεξήχθη για το λαμπτήρα πυρακτώσεως 75W σε σχέση με τον ηλεκτρονικό των 20W. Ο λόγος ανάμεσα στα κόστη βρέθηκε ίσος με 1:2,41. Άρα η εξοικονόμηση σε χρήμα είναι 59%. Το οικονομικό όφελος για τους βιομηχανικούς καταναλωτές προκύπτει ακόμη χαμηλότερο λόγω της χρέωσης της φαινομένης ισχύος αιχμής (kVA).

4. Το ενεργειακό όφελος

Παρ’ ότι τα αποτελέσματα των μετρήσεων και των υπολογισμών είναι λιγότερο ενθουσιώδη από τις ευρέως επικρατούσες –αλλά μη τεκμηριωμένες- απόψεις, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου του άρθρου είναι θετική. Στην Ελλάδα κατά το έτος 1998 η εγκατεστημένη ηλεκτροπαραγωγική ισχύς ήταν 10.296 MW και η ετήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ήταν 41.834 GWh. Η οικιακή κατανάλωση αντιπροσώπευε το 40% της ενέργειας αυτής. Δεδομένου ότι ο φωτισμός αντιστοιχεί στο 8% της οικιακής κατανάλωσης προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο φωτισμός των οικιών απαιτεί το 3,2% της συνολικής ενέργειας που παράγει η χώρα. Σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα εγχωρίων και ευρωπαϊκών οργανισμών ο φωτισμός των κατοικιών διεξάγεται κυρίως με λαμπτήρες πυρακτώσεως (οι λαμπτήρες αλογόνου εντάσσονται στην κατηγορία αυτή). Εκτιμάται επομένως ότι οι λαμπτήρες πυρακτώσεως των οικιών καταναλώνουν το 2,4% της συνολικής ενέργειας. Εάν συνυπολογισθεί ο εμπορικός, βιομηχανικός και αγροτικός τομέας προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι λαμπτήρες πυρακτώσεως καταναλώνουν το 3% της συνολικά παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.

Υποθέτοντας ότι αντικαθίσταται το 25% των λαμπτήρων πυρακτώσεως με ισοδύναμους ηλεκτρονικούς προκύπτει ότι θα μειωθεί η ζήτηση ηλεκτρικής ισχύος κατά 60 MW. Στο όφελος αυτό θα προστεθεί η μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης δεδομένου ότι το 70% της ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα χρησιμοποιεί ως καύσιμο το λιγνίτη. Η στρατηγική αντικατάστασης των λαμπτήρων νήματος βολφραμίου θα συμβάλει θετικά στη συμμόρφωση της χώρας προς τις ευρωπαϊκές οδηγίες και το πρωτόκολλο του Κυότο για μείωση των ατμοσφαιρικών ρύπων.

Επί του παρόντος δεν προτείνεται αντικατάσταση σε υψηλότερο ποσοστό διότι δεν έχουν ακόμη επιλυθεί τα προβλήματα της αρμονικής παραμόρφωσης, η οποία θα εγχυθεί στο ηλεκτρικό δίκτυο από το σημαντικό φορτίο των ηλεκτρονικών λαμπτήρων. Όταν επιλυθεί το πρόβλημα αυτό θα ανοίξει ο δρόμος για μια ευρείας κλίμακας αντικατάσταση των ενεργοβόρων λαμπτήρων πυρακτώσεως. Στην κατεύθυνση αυτή εργάζονται ερευνητές στο Εργαστήριο Φωτοτεχνίας του Ε.Μ. Πολυτεχνείου σε συνεργασία με άλλα ιδρύματα της αλλοδαπής.

5. Επίλογος

Οι νέες τεχνολογίες δεν πρέπει να δαιμονοποιούνται αλλά ούτε και να εξιδανικεύονται. Και οι δύο αντιμετωπίσεις τους κάνουν εξ’ ίσου κακό. Αυτό που χρειάζεται είναι η αντικειμενική αντιμετώπισή τους και η διεξοδική μελέτη των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων τους. Με τα θετικά συμπεράσματα της μελέτης, και μόνο μ’ αυτά, θα οδηγηθούμε σε μόνιμες και βιώσιμες λύσεις.

 

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

Αναζήτηση
Newsletter
 
 
Διαφημιστικά Banner
 
Facebook Group
 
 
Popular Articles
 
 
All rights reserved Copyright © 2004-2010 Όροι Χρήσης Powered by GREED PROMO.